Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Βίβες Revolution




Ένα μήνα έψαχνα. Όλοι είχα έτοιμη την δικαιολογία «δεν έχω», «τα χρειάζομαι για εμένα», και εγώ πονούσα. Ήταν ένας πόνος διαφορετικός. Ξεκινούσε από το μεδούλι μέσα στα κόκαλα και σιγά σιγά εξαπλωνόταν σαν καρκίνωμα μέσω των νευρικών μου απολήξεων σε όλο τον εγκέφαλο. Παρέλυα.
Την ημέρα είχα κάτι να ξεχνιέμαι. Ήμουν στη γύρα και έψαχνα. Έψαχνα σε βιβλιοθήκες, στέκια και στενά. Αλλά τις νύχτες -αχ τις νύχτες- δεν την πάλευα. Άλλοτε φώναζα στους τοίχους και άλλοτε τους παρακαλούσα στα γόνατα να μου μιλήσουν. Να μου θυμίσουν τι είμαι, μέχρι τη στιγμή που με έπαιρνε ο ύπνος, εκεί στο πάτωμα, αγκαλιά με τη λογική μου. Και οι μέρες περνούσαν και εγώ δεν έβρισκα τίποτα και έτσι θόλωνα τη σκέψη μου με χάπια και αλκοόλ.
Είχαν περάσει 25 μέρες και εγώ με έχανα. Τυχαία όπως περπατούσα συνάντησα τον Ζ. Ο τύπος είχε τα κονέ να βρει τα πάντα. Ήταν ενταγμένος στους αναλγηκούς. Αυτοί, είχαν ως βασικές αρχές την αλληλεγγύη και την αγάπη. Η απάντηση ήρθε πιο γρήγορα από την ερώτηση. «Όχι!» και έφυγε σχεδόν τρέχοντας. «Γαμημένοι αναλγηκοί! Σκατά στην αλληλεγγύη σας! Θεωρία-θεωρία-θεωρία και στη πράξη τίποτα». Και εγώ πάλι στο ψάξιμο. Και ο πόνος πάλι στο κεφάλι, να μου διαμελίζει την αντοχή.
Την 29 μέρα ήξερα πως θα τέλειωνε όλο αυτό. Ήξερα πως πέθαινα. Θα έχανα τον εαυτό μου. Σηκώθηκα με το ζόρι από το πάτωμα. Βγήκα απ'το σπίτι τρέμοντας και ξεκίνησα να περπατάω με προορισμό το πάρκο. Δεν ήθελα να χαθώ μέσα στο σπίτι. Ήταν μίζερο. Έφτασα στο πάρκο και ξάπλωσα στο γρασίδι. Περίμενα.
Κάποια στιγμή ένιωσα έναν έντονο πόνο στα πλευρά μου. Τρομαγμένη άνοιξα τα μάτια μου για να δω πως είναι να πεθαίνεις, αλλά το μόνο που είδα ήταν ένας τυπάς που απλά σκόνταψε πάνω μου και τώρα προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει το γεγονός.
Ήταν ο Ανδρέας!
Ο Ανδρέας ήταν ένας πρώην -ψαγμένος- γκόμενος που πηδιόμασταν για ανταλλάγματα. Εγώ του έδινα χαπάκια και λίγο χώρο μέσα στο σπίτι για να ηρεμεί, και αυτός με προμήθευε βιβλία.
«Χάθηκες μικρή»
«Ναι έτυχε». Φαινόταν σχεδόν χαρούμενος που με έβλεπε. Ίσως αν είχε ουρά να την κουνούσε τώρα.
«Τι κάνεις εδώ;»
«Περιμένω το τέλος. Ένα μήνα ψάχνω αλλά δεν βρίσκω τίποτα. Κανείς δεν μοιράζετε πλέον»
«Έλα σήκω. Πάμε σπίτι σου να μοιραστούμε το δικό μου.»
Πετάχτηκα όρθια και ξεκινήσαμε με γοργό βήμα για το σπίτι. Μπήκαμε μέσα βιαστικά, πετάξαμε τα ρούχα μας στο πάτωμα και ξαπλώσαμε στο κρεβάτι. Έβγαλε τη σύριγγα «οι κυρίες προηγούνται» είπε και κάρφωσε τη βελόνα στη καρδιά μου και ύστερα στη δική του. Περίμενε δέκα λεπτά να δράσει το πολύτιμο υγρό, με άρπαξε και γαμηθήκαμε σαν να μην υπήρχε αύριο. Ήταν το πιο έντονο γαμήσι που ένιωσε ποτέ το σπίτι. Κοιμηθήκαμε αγκαλιά, το πρωί έφτιαξα καφέ, κάναμε δυο τσιγάρα, του έδωσα και δυο βιβλία και έφυγε βιαστικά. Ξάπλωσα για λίγα λεπτά και σηκώθηκα να συμμαζέψω σκεπτόμενη: «πρέπει να πάω στη συνέλευση. Οι σύντροφοι με χρειάζονται. Ο κόσμος δεν θα αλλάξει μόνος του. Πρέπει να πλύνω την κόκκινη σημαία, μην με πιάσουν στον ύπνο. 20g ήταν καλά. 20g επανάστασης ήταν αρκετά.»

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Περίοδος Παραγωγής

Στις Σκιές που δεν τις τρομάζει το Φως

απο μυθο ποιηση