Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Περίοδος Παραγωγής





  Το ξυπνητήρι χτυπάει κάθε μέρα την ίδια ώρα. Σηκώνεσαι, το κλείνεις, ντύνεσαι βιαστικά μες στο σκοτάδι, πετάς καφέ και νερό στο ποτήρι, αρπάζεις το σάκο σου και κατευθύνεσαι στη στάση. Η δουλειά κάθε μέρα φαντάζει όλο και πιο πληκτική και κάθε βράδυ η -ρητορική κατά βάση- ερώτηση ''ποιος πάει ρε γαμώτο αύριο στη δουλειά?'' γίνεται μέρος της ρουτίνας σου. Η βάρδια ξεκινάει, εσύ ήδη έχεις πάρει την θέση σου. Όχι ότι είναι δύσκολη η δουλειά, αλλά να, είναι που δεν έχουμε μάθει να κάνουμε τίποτα στη ζωή μας και όλα μας κουράζουν.
  Οι 3 πρώτες μέρες είναι δύσκολες. Φοβάσαι να κοιτάξεις στα μάτια τον επιστάτη ή τους άλλους αγνώστους εκεί μέσα (κυρίως αυτούς που φοράνε μπλε) και περπατάς με το κεφάλι χαμηλά για να μην γίνεις στόχος, γιατί θεωρείς τους πάντες ανώτερους.Κουράζεσαι τόσο από το περιβάλλον γύρω σου, που νομίζεις ότι χάνεις το μυαλό σου. Οι επαναλαμβανόμενοι ήχοι και τα μηχανήματα που προσπαθούν να μην καταρρεύσουν, όντας ερείπια, φαντάζουν σαν μια φωνή που ποτέ δεν θα καταλάβεις.
  Βέβαια όλα αυτά μέχρι να συνηθίσεις και να καταλάβεις οτι ο επιστάτης είναι απλά ένας μαλάκας που αν του χαμογελάσεις με νόημα και του δώσεις μια ελπίδα ότι η ξεπεσμένη γοητεία του περνάει, θα σε πάρει υπό την προστασία του και εν τέλη όλοι εκεί μέσα είμαστε τα ίδια σκατά, τραβηγμένα από διαφορετική γωνία λήψης.
  Και κάπου εκεί που οι δείκτες του ρολογιού έχουν κολλήσει, περνάς και εσύ ντυμένος στα μπλε, βιαστικός όπως πάντα. Ρίχνεις κλεφτές ματιές και προσπαθείς να συγκεντρώσεις το μυαλό σου στη δουλειά. Κουνάς το κεφάλι συγκαταβατικά και χαμογελάς ελαφρά όταν σου μιλάνε, αλλά δεν δίνεις σημασία, εκτός αν πρόκειται για δουλειά. Και με θυμάμαι να σου μιλάω ώρες, για το πως πρέπει η εργατική τάξη να ξεσηκωθεί, να ξυπνήσει και να αποκτήσει έστω τη βασική εργατική συνείδηση και μπλα μπλα μπλα. Παρόλα αυτά αγάπη μου σε πληροφορώ πλέον εκ πείρας ότι κάθε προσπάθεια για ανεύρεση ταξικής-εργατικής συνείδησης εκεί μέσα είναι ανούσια, αφού όλοι δουλεύουν από ανάγκη για επιβίωση με αποτέλεσμα κανείς να μην νοιάζεται για οτιδήποτε άλλο πέρα από τα μεροκάματα. Οπότε δεν γαμιέται, δεν θα κερδίσουμε και τίποτα αν τους σφάξουμε.
  Δεν είναι δύσκολο να γίνεις μέρος του πληρώματος παρόλα αυτά. Κουτσομπολιά και κατινιές σε χτυπάνε ανελέητα. Από τις τουαλέτες ως το λεωφορείο μαθαίνεις τα πάντα για τους πάντες, είτε σε νοιάζει είτε όχι. Και τέλος μαθαίνεις τα δικά σου. Καταλήγεις να χάνεις τον εαυτό σου, αφού εναρμονίζεσαι τέλεια με τον χώρο. Μαθαίνεις γρήγορα, αρχίζεις και εσύ να κουτσομπολεύεις, όχι από χόμπι όπως κάποιοι ή από ευχαρίστηση αλλά για να περάσει η ώρα. Ύστερα από βαρεμάρα καθαρά αρχίζεις τα χαριτωμένα παιχνιδάκια με τον ελάχιστον αντρικό πληθυσμό, (σε φάση σκάσαν μύτη αρσενικά στο γυναικωνίτη και όλες θέλουν ένα κομμάτι) μέχρι βέβαια να βγει βρώμα ότι πηδιέσαι μαζί τους. Κάτι που είναι τραγικό, αφού εγώ ένα μήνα έψαχνα χώρο και χρόνο για να σε πηδήξω και να έχω κάτι ενδιαφέρον να γράψω, αλλά ούτε χώρος υπήρχε ούτε χρόνος.
  Βέβαια το υπέρτατο κακό είναι ότι ακόμα και όταν δεν είσαι στη δουλειά, η δουλειά είναι μαζί σου. Γίνεται ένα με το πετσί σου και σε ακολουθεί παντού. Δεν έχεις χρόνο για τον εαυτό σου, δεν έχεις καν τον εαυτό σου. ''Έναν καφέ στα γρήγορα, γιατί αύριο ξυπνάω πρωί'' όλα στα γρήγορα, μέχρι να ξυπνήσεις και να καταλάβεις ότι ήρθε ο χειμώνας και είναι σαν να ξύπνησες από μια νάρκη που σε κράτησε πίσω ένα καλοκαίρι.
  Πλάκα πλάκα, να που γίναμε και εμείς προλετάριοι. Η πιο λούμπεν κοινότητα. Βλέπεις η συνείδηση χρειάζεται χρόνο, και εμείς πηδιόμαστε με τα ρούχα πλέον γιατί που χρόνος να γδυθείς όταν ξυπνάς στις 4;

Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

απο μυθο ποιηση

Στις Σκιές που δεν τις τρομάζει το Φως