Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

απο μυθο ποιηση



Οι μέρες του καλοκαιριού είναι ατέλειωτες. Η ζέστη αποπνικτική, και το μόνο συναίσθημα που κατακλύζει το ανθρώπινο είδος (αν μπορούμε ακόμα να αυτοαποκαλούστε έτσι) είναι η ανία και η βαρεμάρα. Άλλη μια βαρετή μέρα λοιπόν, φτάνει στο τέλος της και παραχωρεί τη θέση της, σε μια πολλά υποσχόμενα βαρετή νύχτα. Και αφού το σπίτι παραμένει ενοχλητικά μη οικείο, αποφασίζω να βγω, μια έξοδος κατά την οποία αφήνεις στην άκρη την ''ασφάλεια'' που σου παρέχει το κρησφύγετο σου, και ξεκινάς για μια νέα περιπέτεια (wow). Ωστόσο το κοντινότερο ημιυπόγειο μπαρ, φαντάζει ο καλύτερος προορισμός για της ανάγκες της σημερινής νύχτας.
Κάπως έτσι κατέληξα μόνη να κάθομαι στο μπαρ, από όπου μπορώ να έχω άμεση πρόσβαση στις μπύρες, αλλά και θέα σε όλο το μαγαζί. Η ατμόσφαιρα μυρίζει αλκοόλ και έχει ιδιαίτερα χαμηλό φωτισμό, είναι ένα μέρος που μάλλον αντί να προσφέρει παρηγοριά, χαρίζει στους θαμώνες μεγαλύτερη δόση κατάθλιψης.
 Ευτυχώς τη δική μου ανία, ήρθε σαν από μηχανής θεός, να σπάσει ένας τύπος. Ανοίγει τη πόρτα (μάλλον φαίνεται ξαφνιασμένος που κατέβαλλε μεγαλύτερη δύναμη για να την ανοίξει απ' όσο χρειαζόταν), ρίχνει μια ματιά τριγύρω και κατευθύνετε στο πιο σκοτεινό σημείο του μπαρ, όπου υπάρχει ένα άδειο τραπέζι.
Φαίνεται γύρω στο 40, ίσως και πιο νέος, έχει πίσω πιασμένο το σχετικά μακρύ σγουρό μαλλί του, φοράει χακί στρατιωτικό παντελόνι και μαύρο κοντομάνικο μπλουζάκι. Είναι η τέλεια φαντασίωση της χίπισσας γκόμενας, μόνο που το χαλάει το χακί! Και εγώ πιο κάρτα από ποτέ κάθομαι σαν χάνος και τον κοζάρω. Παραγγέλνει ουίσκι, και βγάζει από τη τσέπη του μια θήκη καπνού. Αφού το ύπουλο γυναικείο μυαλό μου τον έχει εξετάσει διεξοδικά από την κορυφή ως τα νύχια, παρατηρώ ότι είναι σκεπτικός και προβληματισμένος. Έτσι, με τις δυνάμεις που ΔΕΝ έχω προσπαθώ να διαβάσω τις σκέψεις του. Ποιος είναι? Τι δουλειά μπορεί να κάνει ή να μην κάνει? Είναι από εκείνους τους τύπους που όλοι θεωρούν πρεζάκια, αλλά στον ίδιο δεν πέρασε καν σαν ιδέα απ το μυαλό να δοκιμάσει οποιοδήποτε ναρκωτικό (καλά εκτός από χόρτο ίσως), anyway, καρφώνει το βλέμμα στο άπειρο, και καπνίζει το τσιγάρο που πριν λίγο έστριψε.
Τι μπορεί να σκέφτεται όμως? Είναι από εκείνους τους περιθωριακούς τύπους που δεν γνωρίζεις, αλλά θέλεις να πλησιάσεις τόσο πολύ, να τον αγκαλιάσεις και να τον ρωτήσεις τα προβλήματα του, να τον αφήσεις να σου διηγηθεί τη ζωή του και να αναλύσετε την ανούσια παιδική του ηλικία.
Φαίνεται ότι ταξιδεύει. Ίσως σε κάποιο μπαρ μηχανόβιων, από εκείνους με τις τεράστιες μηχανές που ταξιδεύουν σε όλο τον κόσμο και φοράνε εκείνα τα χαρακτηριστικά δερμάτινα μπουφάν. Ή μπορεί να ταξιδεύει σε κάποιο εξωτικό νησί, να βρίσκεται ξαπλωμένος σε μια αιώρα ανάμεσα σε 2 τεράστιους φοίνικες. Χμμ μπαα, μάλλον η ιδέα του μηχανόβιου είναι η επικρατέστερη ''ένας hell angel μπορεί να κάθεται απέναντί μου'', σκέφτομα.
Αλλά και πάλι φαίνεται ότι κάτι τον προβληματίζει! Ίσως αναλογίζεται τις ευθύνες του για την κατάντια της κοινωνίας, ή για τις κλιματικές αλλαγές που κάθε χρόνο γίνονται όλο και πιο περίεργες, ή μπορεί να σκέφτεται ότι η ηλιθιότητα (ειδικά των νέων) βρίσκεται στο απόγειο της!
Και αφού έχω αναλύσει κάθε ενδεχόμενο στο μυαλό μου, και κάθε πιθανή σκέψη που μπορεί να περνάει απ' το μυαλό του, και αφού βρίσκομαι ήδη στη 5 μπύρα χωρίς να καταλάβω πως πέρασε η ώρα (και με θολωμένο μυαλό όντας πολύ φλώρος για να αντέχω το αλκοόλ) αποφασίζω τελικά πως πρέπει να πάρω τη ζωή στα χέρια μου! Πρέπει να ρισκάρω (το αλκοόλ γαμιέται όταν σε κάνει να πιστεύεις ότι έχεις το θάρρος να κάνεις κάτι που δεν θα έκανες νηφάλιος).
Αποφασίζω λοιπόν να πάω να του μιλήσω, και έτσι ψάχνω πρόφαση. ''Θα του ζητήσω αναπτήρα'' λέω και συνειδητοποιώ ότι ήδη ένα αναμμένο τσιγάρο βρίσκεται ανάμεσα στα δάχτυλά μου! (φακ)
''Εντάααξει'' σκεφτομαι, ''μην πανικοβάλλεσαι, σβήσε το τσιγάρο και ζήτα του φιλτράκια'' έτσι στα πούστικα έβαλα το (μισογεμάτο) πακέτο μου με φιλτράκια στη τσέπη μου, σηκώθηκα από το σκαμπό και ήμουν έτοιμη να κάνω το επόμενο βήμα, και ποιος ξέρει ίσως καταλήγαμε σπίτι μου το βράδυ!
Και ξαφνικά ανοίγει η πόρτα και ένας τύπος μπαίνει βιαστικά, ρίχνει μια ματιά στο χώρο, και κατευθύνεται στο τραπέζι του τυπά μου (ναι! έγινε και ΜΟΥ τώρα). ''Τι σκατά, μάζωξη έχουν?''
Δεν θα με ρίξει όμως! Εγώ ξεκίνησα για εκεί και θα πάω! Κατεβάζω μονορούφι τη μπύρα που μου απέμεινε, και ξεκινάω για το τραπέζι του. Ξαφνικά 5 βήματα πριν το τραπέζι τους, κόβεται το ρεύμα, κλείνει η μουσική και εγώ ξεμένω στη μέση του πουθενά, πανικόβλητη σχεδόν γιατί δεν βλέπω ούτε τη μύτη μου για να συνεχίσω την πορεία μου. Κι όμως, βρίσκομαι τόσο κοντά του, και αυτή η διαολεμένη σύμπτωση με αναγκάζει να ακούσω τη συζήτηση τους!
-Έλα ρε μαλάκα, ξεκόλλα, μια γκόμενα ήταν. (λέει ο νεοφερμένος τυπάς, και καταλαβαίνω ότι είναι αυτός, από την κατεύθυνση της φωνής του).
Και (ο γλυκούλις μου) του απαντάει με έναν βαθύ αναστεναγμό. (και εγώ να λιώνω)
-Έλα ρε μαλάκα, αφού την πήδηξες, ξέχνα την τώρα να τελειώνουμε.
-Την αγαπάω ρε φίλε.
''Τιιιιι?'' σκέφτομαι....''όλη η φασαρία για μια γκόμενα?''.
Ξαφνικά, το ρεύμα επανέρχεται, (διαολεμένες συμπτώσεις) και εγώ βρίσκομαι στη μέση του πουθενά. Ευτυχώς, βλέπω τη διέξοδο σωτηρίας μου! Κατευθύνομαι γρήγορα στις τουαλέτες. Κοιτιέμαι στον καθρέφτη και γελάω με τον εαυτό μου. Παρατηρώ ότι ο τοίχος είναι γεμάτος συνθήματα, ταγκές, και διάφορες άλλες μαλακίες (ονόματα, καρδουλες etc.) και το μάτι μου πέφτει πανω στη φράση ΄΄ΌΛΑ ΕΊΝΑΙ ΘΈΜΑ ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΊΗΣΗΣ ''.
Βγαίνω έξω, και οι τυπάδες έχουν φύγει. Επιστρέφω στο μπαρ και παραγγέλνω ακόμα μια μπύρα σκεπτόμενη τη διαδρομή της επιστροφής στην ανία μου. 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Περίοδος Παραγωγής

Στις Σκιές που δεν τις τρομάζει το Φως